Το ντίζελ είναι γενικά ακριβότερο από τη βενζίνη από το 2004, εξαιτίας του υψηλότερου κόστους παραγωγής, της φορολογίας και της διεθνούς ζήτησης.
Υπήρξε μια εποχή κατά την οποία το ντίζελ ήταν συνήθως φθηνότερο από τη βενζίνη στις ΗΠΑ. Η σχέση αυτή άρχισε να αλλάζει πριν από περίπου 20 χρόνια και έκτοτε το ντίζελ διαπραγματεύεται γενικά σε υψηλότερες τιμές.
Σήμερα, η διαφορά αυτή όχι μόνο παραμένει, αλλά έχει λάβει ασυνήθιστα μεγάλες διαστάσεις. Εύλογα, λοιπόν, τίθεται το ερώτημα: πώς φτάσαμε από μια αγορά όπου η βενζίνη κόστιζε συνήθως περισσότερο από το ντίζελ σε μια κατάσταση όπου το ντίζελ είναι πλέον αισθητά ακριβότερο;
Η απάντηση έχει δύο σκέλη.
Το πρώτο αφορά διαρθρωτικές αλλαγές που ξεκινούν από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν οι αλλαγές στις προδιαγραφές των καυσίμων, η φορολογία, τα οικονομικά δεδομένα της διύλισης και η παγκόσμια ζήτηση αναδιαμόρφωσαν ριζικά τη σχέση μεταξύ των τιμών της βενζίνης και του ντίζελ.
Το δεύτερο σκέλος αφορά τις πιο πρόσφατες εξελίξεις. Το 2026, οι διαταραχές στη λειτουργία των διυλιστηρίων, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, τα χαμηλά αποθέματα και οι μειωμένες εξαγωγές από μεγάλους προμηθευτές έχουν οδηγήσει την παγκόσμια αγορά ντίζελ σε εξαιρετικά περιορισμένες συνθήκες προσφοράς.
Η διάκριση μεταξύ των μακροπρόθεσμων και των βραχυπρόθεσμων παραγόντων εξηγεί τόσο γιατί το ντίζελ είναι συνήθως ακριβότερο από τη βενζίνη όσο και γιατί η διαφορά τιμής έχει διευρυνθεί τόσο πολύ αυτή την περίοδο.
Η καμπή του 2004 και η αλλαγή των προδιαγραφών καυσίμων
Πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, το ντίζελ ήταν συχνά φθηνότερο από την απλή βενζίνη στις ΗΠΑ. Υπήρχαν εξαιρέσεις, ιδίως κατά τη διάρκεια ψυχρών χειμώνων, όταν η αυξημένη ζήτηση για πετρέλαιο θέρμανσης ενίσχυε τις τιμές. Ωστόσο, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η εικόνα ευνοούσε γενικά το ντίζελ.
Αυτό άρχισε να αλλάζει περίπου το 2004. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Ενεργειακών Πληροφοριών των ΗΠΑ (EIA), οι τιμές του ντίζελ κίνησης για οχήματα έχουν παραμείνει σχεδόν συνεχώς υψηλότερες από εκείνες της απλής βενζίνης από τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.
Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται καθαρά στα ιστορικά στοιχεία που εξέτασα σε προηγούμενο άρθρο μου, το 2023. Κατά τη δεκαετία πριν από το 2005, η βενζίνη πωλούνταν γενικά με ένα μικρό premium έναντι του ντίζελ. Στη συνέχεια, η σχέση αντιστράφηκε και το ντίζελ έγινε το ακριβότερο καύσιμο κατά τα περισσότερα έτη.
Ο χρονισμός έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνέπεσε με μια μεγάλη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο τα αμερικανικά διυλιστήρια έπρεπε να παράγουν ντίζελ για οδική χρήση.
Το ντίζελ εξαιρετικά χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο αύξησε το κόστος παραγωγής
Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, τα διυλιστήρια στις ΗΠΑ υποχρεώθηκαν να μειώσουν δραστικά την περιεκτικότητα του ντίζελ κίνησης σε θείο.
Η αλλαγή αυτή αποτέλεσε σημαντική περιβαλλοντική βελτίωση, καθώς οι εκπομπές θείου συμβάλλουν στην ατμοσφαιρική ρύπανση και στην όξινη βροχή. Παράλληλα, όμως, αύξησε το κόστος παραγωγής του καυσίμου.
Τα διυλιστήρια επένδυσαν δισεκατομμύρια δολάρια σε νέο εξοπλισμό υδρογονοκατεργασίας και απομάκρυνσης θείου. Οι επενδύσεις αυτές αύξησαν τόσο το κόστος κεφαλαίου όσο και τις λειτουργικές δαπάνες, καθιστώντας ακριβότερη την παραγωγή και τη διανομή ντίζελ που πληροί τις απαιτούμενες προδιαγραφές.
Στο προηγούμενο άρθρο μου είχα δώσει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτή τη μετάβαση, καθώς ο χρονισμός της συμπίπτει με την περίοδο κατά την οποία εξαφανίστηκε η ιστορική έκπτωση του ντίζελ έναντι της βενζίνης.
Η EIA αποδίδει πλέον τη διαρκή διαφορά τιμής μεταξύ των δύο καυσίμων σε συνδυασμό παραγόντων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η ισχυρή παγκόσμια ζήτηση για ντίζελ και άλλα μεσαία αποστάγματα πετρελαίου, το υψηλότερο κόστος παραγωγής ντίζελ χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο και οι ομοσπονδιακοί φόροι, οι οποίοι είναι κατά 6 σεντς ανά γαλόνι υψηλότεροι για το ντίζελ σε σχέση με τη βενζίνη.
Κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν εξηγεί από μόνος του κάθε βραχυπρόθεσμη διακύμανση των τιμών. Συνδυαστικά, όμως, δημιούργησαν ένα διαρθρωτικό premium που δεν υπήρχε σε ανάλογο βαθμό πριν από το 2004.
Από τη στιγμή που το ντίζελ έγινε ακριβότερο στην παραγωγή και συνδέθηκε στενότερα με τις διεθνείς αγορές μεσαίων αποσταγμάτων, η παλαιότερη σχέση του με τη βενζίνη ουσιαστικά δεν επανήλθε.
Η παγκοσμιοποίηση της αγοράς ντίζελ
Μια ακόμη σημαντική αλλαγή είναι η διεθνοποίηση της αγοράς ντίζελ.
Η βενζίνη αποτελεί επίσης αντικείμενο διεθνούς εμπορίου, όμως το ντίζελ και τα υπόλοιπα μεσαία αποστάγματα διαδραματίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομία. Χρησιμοποιούνται στις οδικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές, στην εξόρυξη, στη ναυτιλία, στον βιομηχανικό εξοπλισμό και στα συστήματα θέρμανσης.
Η ισχυρή ζήτηση στην Ευρώπη, την Κίνα, την Ινδία και τις ΗΠΑ ασκεί επί χρόνια πιέσεις στην παγκόσμια ισορροπία προσφοράς και ζήτησης για μεσαία αποστάγματα.
Αυτό σημαίνει ότι οι τιμές του ντίζελ στις ΗΠΑ επηρεάζονται ολοένα περισσότερο από γεγονότα που εκτυλίσσονται πολύ πέρα από τα αμερικανικά σύνορα.
Ακόμη και όταν η εγχώρια παραγωγή είναι ισχυρή, τα διυλιστήρια μπορούν να εξάγουν ντίζελ σε διεθνείς αγορές όπου οι τιμές είναι υψηλότερες. Με αυτόν τον τρόπο, οι εγχώριες τιμές συνδέονται στενότερα με τις παγκόσμιες συνθήκες προσφοράς και ζήτησης.
Γι' αυτό είναι παραπλανητικό να εξετάζει κανείς μόνο την παραγωγή αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ και να θεωρεί ότι η αφθονία εγχώριου πετρελαίου θα πρέπει αυτομάτως να οδηγεί σε φθηνό ντίζελ.
Οι ΗΠΑ μπορούν να παράγουν μεγάλες ποσότητες αργού πετρελαίου και, παρ' όλα αυτά, να αντιμετωπίζουν περιορισμένη προσφορά διυλισμένων προϊόντων. Το αργό πρέπει να υποβληθεί σε επεξεργασία στα κατάλληλα διυλιστήρια, να μετατραπεί στα σωστά προϊόντα και στη συνέχεια να μεταφερθεί μέσω των κατάλληλων δικτύων μεταφοράς.
Οι περιορισμοί αυτοί έχουν εξίσου μεγάλη σημασία με την ποσότητα πετρελαίου που εξορύσσεται.
Το 2022 έδειξε πόσο απότομα μπορεί να εκτοξευθεί η διαφορά τιμής
Το πιο χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα καταγράφηκε το 2022, όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προκάλεσε αναταράξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές.
Το ντίζελ επηρεάστηκε ιδιαίτερα έντονα. Η Ρωσία αποτελούσε σημαντικό προμηθευτή αργού πετρελαίου, διυλισμένων προϊόντων και πρώτων υλών για τη διύλιση προς την Ευρώπη και άλλες αγορές. Ως αποτέλεσμα, οι κυρώσεις και οι εμπορικοί περιορισμοί ανάγκασαν τις διεθνείς ροές πετρελαίου να αναδιαμορφωθούν γρήγορα.
Οι τιμές της βενζίνης αυξήθηκαν επίσης σημαντικά, όμως η προσφορά ντίζελ περιορίστηκε ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα η διαφορά τιμής του έναντι της βενζίνης να φτάσει σε επίπεδα-ρεκόρ.
Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα επισημάνει ότι το spread μεταξύ βενζίνης και ντίζελ έφτασε σε ιστορικό υψηλό το 2022. Εκείνη την περίοδο, οι διαταραχές που προκάλεσε η Ρωσία εξηγούσαν γιατί ένα ήδη διαρθρωτικό premium μετατράπηκε ξαφνικά σε ακραία διαφορά τιμής.
Στη συνέχεια, η αγορά προσαρμόστηκε, καθώς άλλαξαν οι εμπορικές διαδρομές, σταθεροποιήθηκε η λειτουργία των διυλιστηρίων και ανακάμπταν τα αποθέματα. Ωστόσο, η εξομάλυνση αυτή δεν κράτησε.
Γιατί η διαφορά τιμής διευρύνεται ξανά το 2026
Η σημερινή κατάσταση παρουσιάζει μια σημαντική ομοιότητα με το 2022: η παγκόσμια προσφορά ντίζελ έχει διαταραχθεί και πάλι περισσότερο από την προσφορά βενζίνης.
Η EIA ανέφερε πρόσφατα ότι τα παγκόσμια αποθέματα και η διαθεσιμότητα μεσαίων αποσταγμάτων βρίσκονται υπό πίεση, λόγω της μειωμένης δραστηριότητας των διυλιστηρίων στη Ρωσία, την Κίνα και τη Μέση Ανατολή.
Την ίδια στιγμή, τα αμερικανικά διυλιστήρια λειτουργούν κοντά στη μέγιστη δυναμικότητά τους. Η εγχώρια παραγωγή μεσαίων αποσταγμάτων διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο σε περίπου 5,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως έως τον Αύγουστο, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2019.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι το σημερινό πρόβλημα δεν οφείλεται απλώς σε κατάρρευση της παραγωγής των αμερικανικών διυλιστηρίων.
Οι αμερικανικές μονάδες παράγουν μεγάλες ποσότητες ντίζελ, αλλά η παγκόσμια ζήτηση για αυτές τις ποσότητες έχει αυξηθεί, την ώρα που η προσφορά από άλλες περιοχές έχει μειωθεί.
Καθώς οι εξαγωγές αυξήθηκαν, τα αποθέματα στις ΗΠΑ υποχώρησαν. Στα μέσα Σεπτεμβρίου, τα αποθέματα μεσαίων αποσταγμάτων βρίσκονταν περίπου 13% κάτω από τον εποχικό μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, παρότι το καλοκαίρι αποτελεί συνήθως περίοδο κατά την οποία τα αποθέματα αυξάνονται ενόψει του χειμώνα.
Ρωσία, Κίνα και Μέση Ανατολή περιορίζουν την παγκόσμια προσφορά
Έκτοτε, η παγκόσμια κατάσταση έχει γίνει ακόμη πιο πιεστική.
Η Ρωσία έχει περιορίσει τις εξαγωγές ντίζελ, καθώς οι υποδομές των διυλιστηρίων της έχουν υποστεί ζημιές. Η Κίνα έχει περιορίσει τις εξαγωγές καυσίμων για να προστατεύσει την εγχώρια προσφορά, ενώ η διύλιση και οι θαλάσσιες μεταφορές στη Μέση Ανατολή έχουν διαταραχθεί από τη σύγκρουση στην οποία εμπλέκεται το Ιράν.
Παράλληλα, το κόστος ναύλωσης δεξαμενόπλοιων και τα ασφάλιστρα έχουν αυξηθεί, καθιστώντας ακριβότερη τη μεταφορά διυλισμένων προϊόντων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το αποτέλεσμα είναι ένας παγκόσμιος αγώνας για την εξασφάλιση μεσαίων αποσταγμάτων.
Τόσο η βενζίνη όσο και το ντίζελ επηρεάζονται από την αύξηση των τιμών του αργού πετρελαίου. Ωστόσο, το ντίζελ δέχεται ισχυρότερες πιέσεις, καθώς η προσφορά του ίδιου του προϊόντος είναι πιο περιορισμένη σε σχέση με τη ζήτηση.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η διαφορά τιμής μεταξύ ντίζελ και βενζίνης έχει διευρυνθεί τόσο δραματικά.
Στα 6,199 δολάρια το γαλόνι η μέση τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ
Στις 5 Οκτωβρίου, η μέση εθνική τιμή του ντίζελ κίνησης στις ΗΠΑ ανερχόταν σε 6,199 δολάρια ανά γαλόνι, έναντι 4,354 δολαρίων για την απλή βενζίνη.
Η διαφορά διαμορφωνόταν έτσι σε περίπου 1,85 δολάρια ανά γαλόνι.
Σύμφωνα με την EIA, η τιμή του ντίζελ έφτασε τον Σεπτέμβριο σε ονομαστικό ιστορικό υψηλό, στα 6,29 δολάρια ανά γαλόνι, και παρέμεινε πάνω από τα 6 δολάρια σε εθνικό επίπεδο στις αρχές Οκτωβρίου.
Η σημερινή διαφορά τιμής δεν οφείλεται κυρίως σε κάποια ξαφνική αύξηση της φορολογίας του ντίζελ ή σε νέα αλλαγή των προδιαγραφών των καυσίμων.
Οι διαρθρωτικοί αυτοί παράγοντες εξηγούν γιατί το ντίζελ είναι συνήθως ακριβότερο από τη βενζίνη. Δεν εξηγούν, όμως, γιατί το premium έχει λάβει σήμερα τόσο μεγάλες διαστάσεις.
Η σημερινή διαφορά τιμής αντανακλά μια εξαιρετικά περιορισμένη παγκόσμια αγορά μεσαίων αποσταγμάτων, η οποία επιβαρύνεται επιπλέον από τις μακροπρόθεσμες αλλαγές που είχαν ήδη καταστήσει το ντίζελ ακριβότερο καύσιμο.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, καθώς διαχωρίζει τους βασικούς λόγους για τους οποίους το ντίζελ πωλείται συνήθως ακριβότερα από τις προσωρινές συνθήκες που μπορούν να εκτοξεύσουν τη διαφορά τιμής.
Τα περιθώρια διύλισης είναι αποτέλεσμα της έλλειψης, όχι η αιτία της
Τα περιθώρια διύλισης έχουν αυξηθεί απότομα και οι μεγάλοι όμιλοι του κλάδου επωφελούνται από τις περιορισμένες συνθήκες στην αγορά.
Ωστόσο, τα υψηλά περιθώρια αποτελούν συνέπεια της περιορισμένης προσφοράς ντίζελ σε σχέση με τη ζήτηση και όχι την αρχική αιτία της έλλειψης.
Όταν η δυναμικότητα των διυλιστηρίων περιορίζεται, οι εξαγωγές μειώνονται και τα αποθέματα υποχωρούν, η αξία των διαθέσιμων ποσοτήτων αυξάνεται.
Τα διυλιστήρια που εξακολουθούν να παράγουν ντίζελ επωφελούνται από αυτή τη σπανιότητα. Η σπανιότητα, όμως, προηγείται της αύξησης των περιθωρίων.
Η διάκριση αυτή έχει σημασία, καθώς τα υψηλά περιθώρια κέρδους συχνά παρουσιάζονται ως ένδειξη ότι τα διυλιστήρια αποφάσισαν να αυξήσουν τις τιμές. Στην πραγματικότητα, η διεύρυνση των περιθωρίων αποτελεί σε μεγάλο βαθμό την αντίδραση της αγοράς στην έλλειψη διυλισμένων προϊόντων.
Γιατί η άφθονη παραγωγή πετρελαίου δεν εγγυάται φθηνό ντίζελ
Το ευρύτερο συμπέρασμα είναι ότι η βενζίνη και το ντίζελ μπορεί να παράγονται από το ίδιο βαρέλι αργού πετρελαίου, αλλά δεν είναι εναλλάξιμα προϊόντα.
Απευθύνονται σε διαφορετικές αγορές, εμφανίζουν διαφορετικά εποχικά πρότυπα ζήτησης, απαιτούν διαφορετική επεξεργασία και επηρεάζονται από διαφορετικές πιέσεις στην παγκόσμια προσφορά.
Ένα διυλιστήριο δεν μπορεί απλώς να μετατρέψει κάθε βαρέλι αργού στο προϊόν που τυχαίνει να έχει την υψηλότερη τιμή εκείνη την ημέρα. Η διαμόρφωση του διυλιστηρίου, η ποιότητα του αργού, οι προδιαγραφές των τελικών προϊόντων και τα φυσικά όρια λειτουργίας του καθορίζουν τι μπορεί να παραχθεί.
Γι' αυτό η άφθονη παραγωγή αργού πετρελαίου δεν εγγυάται φθηνό ντίζελ.
Οι ΗΠΑ μπορούν να παράγουν ποσότητες πετρελαίου-ρεκόρ και να λειτουργούν τα διυλιστήριά τους κοντά στη μέγιστη δυναμικότητα, αλλά και πάλι να αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές ντίζελ, εφόσον οι διεθνείς αγορές διυλισμένων προϊόντων παραμένουν υπό πίεση.
Πριν από είκοσι χρόνια, η βενζίνη ήταν συχνά το ακριβότερο καύσιμο. Στη συνέχεια, το ντίζελ απέκτησε ένα διαρθρωτικό premium, το οποίο σήμερα έχει διευρυνθεί δραματικά, καθώς η παγκόσμια αγορά ντίζελ και άλλων μεσαίων αποσταγμάτων βρίσκεται και πάλι υπό σοβαρή πίεση.
Μέχρι να υποχωρήσουν οι περιορισμοί στην προσφορά, το ντίζελ είναι πιθανό να παραμείνει πολύ ακριβότερο από τη βενζίνη.
www.bankingnews.gr
Σήμερα, η διαφορά αυτή όχι μόνο παραμένει, αλλά έχει λάβει ασυνήθιστα μεγάλες διαστάσεις. Εύλογα, λοιπόν, τίθεται το ερώτημα: πώς φτάσαμε από μια αγορά όπου η βενζίνη κόστιζε συνήθως περισσότερο από το ντίζελ σε μια κατάσταση όπου το ντίζελ είναι πλέον αισθητά ακριβότερο;
Η απάντηση έχει δύο σκέλη.
Το πρώτο αφορά διαρθρωτικές αλλαγές που ξεκινούν από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν οι αλλαγές στις προδιαγραφές των καυσίμων, η φορολογία, τα οικονομικά δεδομένα της διύλισης και η παγκόσμια ζήτηση αναδιαμόρφωσαν ριζικά τη σχέση μεταξύ των τιμών της βενζίνης και του ντίζελ.
Το δεύτερο σκέλος αφορά τις πιο πρόσφατες εξελίξεις. Το 2026, οι διαταραχές στη λειτουργία των διυλιστηρίων, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, τα χαμηλά αποθέματα και οι μειωμένες εξαγωγές από μεγάλους προμηθευτές έχουν οδηγήσει την παγκόσμια αγορά ντίζελ σε εξαιρετικά περιορισμένες συνθήκες προσφοράς.
Η διάκριση μεταξύ των μακροπρόθεσμων και των βραχυπρόθεσμων παραγόντων εξηγεί τόσο γιατί το ντίζελ είναι συνήθως ακριβότερο από τη βενζίνη όσο και γιατί η διαφορά τιμής έχει διευρυνθεί τόσο πολύ αυτή την περίοδο.
Η καμπή του 2004 και η αλλαγή των προδιαγραφών καυσίμων
Πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, το ντίζελ ήταν συχνά φθηνότερο από την απλή βενζίνη στις ΗΠΑ. Υπήρχαν εξαιρέσεις, ιδίως κατά τη διάρκεια ψυχρών χειμώνων, όταν η αυξημένη ζήτηση για πετρέλαιο θέρμανσης ενίσχυε τις τιμές. Ωστόσο, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η εικόνα ευνοούσε γενικά το ντίζελ.
Αυτό άρχισε να αλλάζει περίπου το 2004. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Ενεργειακών Πληροφοριών των ΗΠΑ (EIA), οι τιμές του ντίζελ κίνησης για οχήματα έχουν παραμείνει σχεδόν συνεχώς υψηλότερες από εκείνες της απλής βενζίνης από τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.
Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται καθαρά στα ιστορικά στοιχεία που εξέτασα σε προηγούμενο άρθρο μου, το 2023. Κατά τη δεκαετία πριν από το 2005, η βενζίνη πωλούνταν γενικά με ένα μικρό premium έναντι του ντίζελ. Στη συνέχεια, η σχέση αντιστράφηκε και το ντίζελ έγινε το ακριβότερο καύσιμο κατά τα περισσότερα έτη.
Ο χρονισμός έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνέπεσε με μια μεγάλη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο τα αμερικανικά διυλιστήρια έπρεπε να παράγουν ντίζελ για οδική χρήση.
Το ντίζελ εξαιρετικά χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο αύξησε το κόστος παραγωγής
Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, τα διυλιστήρια στις ΗΠΑ υποχρεώθηκαν να μειώσουν δραστικά την περιεκτικότητα του ντίζελ κίνησης σε θείο.
Η αλλαγή αυτή αποτέλεσε σημαντική περιβαλλοντική βελτίωση, καθώς οι εκπομπές θείου συμβάλλουν στην ατμοσφαιρική ρύπανση και στην όξινη βροχή. Παράλληλα, όμως, αύξησε το κόστος παραγωγής του καυσίμου.
Τα διυλιστήρια επένδυσαν δισεκατομμύρια δολάρια σε νέο εξοπλισμό υδρογονοκατεργασίας και απομάκρυνσης θείου. Οι επενδύσεις αυτές αύξησαν τόσο το κόστος κεφαλαίου όσο και τις λειτουργικές δαπάνες, καθιστώντας ακριβότερη την παραγωγή και τη διανομή ντίζελ που πληροί τις απαιτούμενες προδιαγραφές.
Στο προηγούμενο άρθρο μου είχα δώσει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτή τη μετάβαση, καθώς ο χρονισμός της συμπίπτει με την περίοδο κατά την οποία εξαφανίστηκε η ιστορική έκπτωση του ντίζελ έναντι της βενζίνης.
Η EIA αποδίδει πλέον τη διαρκή διαφορά τιμής μεταξύ των δύο καυσίμων σε συνδυασμό παραγόντων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η ισχυρή παγκόσμια ζήτηση για ντίζελ και άλλα μεσαία αποστάγματα πετρελαίου, το υψηλότερο κόστος παραγωγής ντίζελ χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο και οι ομοσπονδιακοί φόροι, οι οποίοι είναι κατά 6 σεντς ανά γαλόνι υψηλότεροι για το ντίζελ σε σχέση με τη βενζίνη.
Κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν εξηγεί από μόνος του κάθε βραχυπρόθεσμη διακύμανση των τιμών. Συνδυαστικά, όμως, δημιούργησαν ένα διαρθρωτικό premium που δεν υπήρχε σε ανάλογο βαθμό πριν από το 2004.
Από τη στιγμή που το ντίζελ έγινε ακριβότερο στην παραγωγή και συνδέθηκε στενότερα με τις διεθνείς αγορές μεσαίων αποσταγμάτων, η παλαιότερη σχέση του με τη βενζίνη ουσιαστικά δεν επανήλθε.
Η παγκοσμιοποίηση της αγοράς ντίζελ
Μια ακόμη σημαντική αλλαγή είναι η διεθνοποίηση της αγοράς ντίζελ.
Η βενζίνη αποτελεί επίσης αντικείμενο διεθνούς εμπορίου, όμως το ντίζελ και τα υπόλοιπα μεσαία αποστάγματα διαδραματίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομία. Χρησιμοποιούνται στις οδικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές, στην εξόρυξη, στη ναυτιλία, στον βιομηχανικό εξοπλισμό και στα συστήματα θέρμανσης.
Η ισχυρή ζήτηση στην Ευρώπη, την Κίνα, την Ινδία και τις ΗΠΑ ασκεί επί χρόνια πιέσεις στην παγκόσμια ισορροπία προσφοράς και ζήτησης για μεσαία αποστάγματα.
Αυτό σημαίνει ότι οι τιμές του ντίζελ στις ΗΠΑ επηρεάζονται ολοένα περισσότερο από γεγονότα που εκτυλίσσονται πολύ πέρα από τα αμερικανικά σύνορα.
Ακόμη και όταν η εγχώρια παραγωγή είναι ισχυρή, τα διυλιστήρια μπορούν να εξάγουν ντίζελ σε διεθνείς αγορές όπου οι τιμές είναι υψηλότερες. Με αυτόν τον τρόπο, οι εγχώριες τιμές συνδέονται στενότερα με τις παγκόσμιες συνθήκες προσφοράς και ζήτησης.
Γι' αυτό είναι παραπλανητικό να εξετάζει κανείς μόνο την παραγωγή αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ και να θεωρεί ότι η αφθονία εγχώριου πετρελαίου θα πρέπει αυτομάτως να οδηγεί σε φθηνό ντίζελ.
Οι ΗΠΑ μπορούν να παράγουν μεγάλες ποσότητες αργού πετρελαίου και, παρ' όλα αυτά, να αντιμετωπίζουν περιορισμένη προσφορά διυλισμένων προϊόντων. Το αργό πρέπει να υποβληθεί σε επεξεργασία στα κατάλληλα διυλιστήρια, να μετατραπεί στα σωστά προϊόντα και στη συνέχεια να μεταφερθεί μέσω των κατάλληλων δικτύων μεταφοράς.
Οι περιορισμοί αυτοί έχουν εξίσου μεγάλη σημασία με την ποσότητα πετρελαίου που εξορύσσεται.
Το 2022 έδειξε πόσο απότομα μπορεί να εκτοξευθεί η διαφορά τιμής
Το πιο χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα καταγράφηκε το 2022, όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προκάλεσε αναταράξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές.
Το ντίζελ επηρεάστηκε ιδιαίτερα έντονα. Η Ρωσία αποτελούσε σημαντικό προμηθευτή αργού πετρελαίου, διυλισμένων προϊόντων και πρώτων υλών για τη διύλιση προς την Ευρώπη και άλλες αγορές. Ως αποτέλεσμα, οι κυρώσεις και οι εμπορικοί περιορισμοί ανάγκασαν τις διεθνείς ροές πετρελαίου να αναδιαμορφωθούν γρήγορα.
Οι τιμές της βενζίνης αυξήθηκαν επίσης σημαντικά, όμως η προσφορά ντίζελ περιορίστηκε ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα η διαφορά τιμής του έναντι της βενζίνης να φτάσει σε επίπεδα-ρεκόρ.
Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα επισημάνει ότι το spread μεταξύ βενζίνης και ντίζελ έφτασε σε ιστορικό υψηλό το 2022. Εκείνη την περίοδο, οι διαταραχές που προκάλεσε η Ρωσία εξηγούσαν γιατί ένα ήδη διαρθρωτικό premium μετατράπηκε ξαφνικά σε ακραία διαφορά τιμής.
Στη συνέχεια, η αγορά προσαρμόστηκε, καθώς άλλαξαν οι εμπορικές διαδρομές, σταθεροποιήθηκε η λειτουργία των διυλιστηρίων και ανακάμπταν τα αποθέματα. Ωστόσο, η εξομάλυνση αυτή δεν κράτησε.
Γιατί η διαφορά τιμής διευρύνεται ξανά το 2026
Η σημερινή κατάσταση παρουσιάζει μια σημαντική ομοιότητα με το 2022: η παγκόσμια προσφορά ντίζελ έχει διαταραχθεί και πάλι περισσότερο από την προσφορά βενζίνης.
Η EIA ανέφερε πρόσφατα ότι τα παγκόσμια αποθέματα και η διαθεσιμότητα μεσαίων αποσταγμάτων βρίσκονται υπό πίεση, λόγω της μειωμένης δραστηριότητας των διυλιστηρίων στη Ρωσία, την Κίνα και τη Μέση Ανατολή.
Την ίδια στιγμή, τα αμερικανικά διυλιστήρια λειτουργούν κοντά στη μέγιστη δυναμικότητά τους. Η εγχώρια παραγωγή μεσαίων αποσταγμάτων διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο σε περίπου 5,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως έως τον Αύγουστο, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2019.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι το σημερινό πρόβλημα δεν οφείλεται απλώς σε κατάρρευση της παραγωγής των αμερικανικών διυλιστηρίων.
Οι αμερικανικές μονάδες παράγουν μεγάλες ποσότητες ντίζελ, αλλά η παγκόσμια ζήτηση για αυτές τις ποσότητες έχει αυξηθεί, την ώρα που η προσφορά από άλλες περιοχές έχει μειωθεί.
Καθώς οι εξαγωγές αυξήθηκαν, τα αποθέματα στις ΗΠΑ υποχώρησαν. Στα μέσα Σεπτεμβρίου, τα αποθέματα μεσαίων αποσταγμάτων βρίσκονταν περίπου 13% κάτω από τον εποχικό μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, παρότι το καλοκαίρι αποτελεί συνήθως περίοδο κατά την οποία τα αποθέματα αυξάνονται ενόψει του χειμώνα.
Ρωσία, Κίνα και Μέση Ανατολή περιορίζουν την παγκόσμια προσφορά
Έκτοτε, η παγκόσμια κατάσταση έχει γίνει ακόμη πιο πιεστική.
Η Ρωσία έχει περιορίσει τις εξαγωγές ντίζελ, καθώς οι υποδομές των διυλιστηρίων της έχουν υποστεί ζημιές. Η Κίνα έχει περιορίσει τις εξαγωγές καυσίμων για να προστατεύσει την εγχώρια προσφορά, ενώ η διύλιση και οι θαλάσσιες μεταφορές στη Μέση Ανατολή έχουν διαταραχθεί από τη σύγκρουση στην οποία εμπλέκεται το Ιράν.
Παράλληλα, το κόστος ναύλωσης δεξαμενόπλοιων και τα ασφάλιστρα έχουν αυξηθεί, καθιστώντας ακριβότερη τη μεταφορά διυλισμένων προϊόντων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το αποτέλεσμα είναι ένας παγκόσμιος αγώνας για την εξασφάλιση μεσαίων αποσταγμάτων.
Τόσο η βενζίνη όσο και το ντίζελ επηρεάζονται από την αύξηση των τιμών του αργού πετρελαίου. Ωστόσο, το ντίζελ δέχεται ισχυρότερες πιέσεις, καθώς η προσφορά του ίδιου του προϊόντος είναι πιο περιορισμένη σε σχέση με τη ζήτηση.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η διαφορά τιμής μεταξύ ντίζελ και βενζίνης έχει διευρυνθεί τόσο δραματικά.
Στα 6,199 δολάρια το γαλόνι η μέση τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ
Στις 5 Οκτωβρίου, η μέση εθνική τιμή του ντίζελ κίνησης στις ΗΠΑ ανερχόταν σε 6,199 δολάρια ανά γαλόνι, έναντι 4,354 δολαρίων για την απλή βενζίνη.
Η διαφορά διαμορφωνόταν έτσι σε περίπου 1,85 δολάρια ανά γαλόνι.
Σύμφωνα με την EIA, η τιμή του ντίζελ έφτασε τον Σεπτέμβριο σε ονομαστικό ιστορικό υψηλό, στα 6,29 δολάρια ανά γαλόνι, και παρέμεινε πάνω από τα 6 δολάρια σε εθνικό επίπεδο στις αρχές Οκτωβρίου.
Η σημερινή διαφορά τιμής δεν οφείλεται κυρίως σε κάποια ξαφνική αύξηση της φορολογίας του ντίζελ ή σε νέα αλλαγή των προδιαγραφών των καυσίμων.
Οι διαρθρωτικοί αυτοί παράγοντες εξηγούν γιατί το ντίζελ είναι συνήθως ακριβότερο από τη βενζίνη. Δεν εξηγούν, όμως, γιατί το premium έχει λάβει σήμερα τόσο μεγάλες διαστάσεις.
Η σημερινή διαφορά τιμής αντανακλά μια εξαιρετικά περιορισμένη παγκόσμια αγορά μεσαίων αποσταγμάτων, η οποία επιβαρύνεται επιπλέον από τις μακροπρόθεσμες αλλαγές που είχαν ήδη καταστήσει το ντίζελ ακριβότερο καύσιμο.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, καθώς διαχωρίζει τους βασικούς λόγους για τους οποίους το ντίζελ πωλείται συνήθως ακριβότερα από τις προσωρινές συνθήκες που μπορούν να εκτοξεύσουν τη διαφορά τιμής.
Τα περιθώρια διύλισης είναι αποτέλεσμα της έλλειψης, όχι η αιτία της
Τα περιθώρια διύλισης έχουν αυξηθεί απότομα και οι μεγάλοι όμιλοι του κλάδου επωφελούνται από τις περιορισμένες συνθήκες στην αγορά.
Ωστόσο, τα υψηλά περιθώρια αποτελούν συνέπεια της περιορισμένης προσφοράς ντίζελ σε σχέση με τη ζήτηση και όχι την αρχική αιτία της έλλειψης.
Όταν η δυναμικότητα των διυλιστηρίων περιορίζεται, οι εξαγωγές μειώνονται και τα αποθέματα υποχωρούν, η αξία των διαθέσιμων ποσοτήτων αυξάνεται.
Τα διυλιστήρια που εξακολουθούν να παράγουν ντίζελ επωφελούνται από αυτή τη σπανιότητα. Η σπανιότητα, όμως, προηγείται της αύξησης των περιθωρίων.
Η διάκριση αυτή έχει σημασία, καθώς τα υψηλά περιθώρια κέρδους συχνά παρουσιάζονται ως ένδειξη ότι τα διυλιστήρια αποφάσισαν να αυξήσουν τις τιμές. Στην πραγματικότητα, η διεύρυνση των περιθωρίων αποτελεί σε μεγάλο βαθμό την αντίδραση της αγοράς στην έλλειψη διυλισμένων προϊόντων.
Γιατί η άφθονη παραγωγή πετρελαίου δεν εγγυάται φθηνό ντίζελ
Το ευρύτερο συμπέρασμα είναι ότι η βενζίνη και το ντίζελ μπορεί να παράγονται από το ίδιο βαρέλι αργού πετρελαίου, αλλά δεν είναι εναλλάξιμα προϊόντα.
Απευθύνονται σε διαφορετικές αγορές, εμφανίζουν διαφορετικά εποχικά πρότυπα ζήτησης, απαιτούν διαφορετική επεξεργασία και επηρεάζονται από διαφορετικές πιέσεις στην παγκόσμια προσφορά.
Ένα διυλιστήριο δεν μπορεί απλώς να μετατρέψει κάθε βαρέλι αργού στο προϊόν που τυχαίνει να έχει την υψηλότερη τιμή εκείνη την ημέρα. Η διαμόρφωση του διυλιστηρίου, η ποιότητα του αργού, οι προδιαγραφές των τελικών προϊόντων και τα φυσικά όρια λειτουργίας του καθορίζουν τι μπορεί να παραχθεί.
Γι' αυτό η άφθονη παραγωγή αργού πετρελαίου δεν εγγυάται φθηνό ντίζελ.
Οι ΗΠΑ μπορούν να παράγουν ποσότητες πετρελαίου-ρεκόρ και να λειτουργούν τα διυλιστήριά τους κοντά στη μέγιστη δυναμικότητα, αλλά και πάλι να αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές ντίζελ, εφόσον οι διεθνείς αγορές διυλισμένων προϊόντων παραμένουν υπό πίεση.
Πριν από είκοσι χρόνια, η βενζίνη ήταν συχνά το ακριβότερο καύσιμο. Στη συνέχεια, το ντίζελ απέκτησε ένα διαρθρωτικό premium, το οποίο σήμερα έχει διευρυνθεί δραματικά, καθώς η παγκόσμια αγορά ντίζελ και άλλων μεσαίων αποσταγμάτων βρίσκεται και πάλι υπό σοβαρή πίεση.
Μέχρι να υποχωρήσουν οι περιορισμοί στην προσφορά, το ντίζελ είναι πιθανό να παραμείνει πολύ ακριβότερο από τη βενζίνη.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών